Scarpetta: Από τις σελίδες στην οθόνη

Γράφει η Γιώτα Βασιλείου

Η Kay Scarpetta δεν είναι καινούργια γνωριμία. Πρώτη φορά τη συναντήσαμε πίσω στο 1990, όταν η Patricia Cornwell κυκλοφόρησε το Postmortem. Από τότε βέβαια την ακολουθήσαμε σε ουκ ολίγες υποθέσεις, νεκροτομεία, εγκλήματα και προσωπικές της ιστορίες. Τριάντα έξι και κάτι χρόνια μετά, η διάσημη ιατροδικαστίνα πέρασε για πρώτη φορά, από τις σελίδες των βιβλίων στη μικρή οθόνη.

“Και τώρα, αρχίζουν τα δύσκολα, τώρα”, που λέει και το τραγούδι.

Κακά τα ψέματα, όταν ένας λογοτεχνικός χαρακτήρας σε συντροφεύει για χρόνια και χρόνια, κάποια στιγμή θέλεις δεν θέλεις του δίνεις πρόσωπο. Τον φτιάχνεις κάπως στο μυαλό σου. Ξέρεις πώς μιλάει, πώς κινείται, πώς αντιδρά. Τον έχεις φανταστεί θυμωμένο, κουρασμένο, ερωτευμένο, φοβισμένο. Κι ύστερα έρχεται η τηλεόραση και τα ανατρέπει όλα.

Η αλήθεια είναι πως έχουν περάσει κάμποσα χρόνια από τότε που διάβασα τα βιβλία της Cornwell, οπότε ευτυχώς ή δυστυχώς δεν θυμάμαι τόσες λεπτομέρειες ώστε να κάθομαι με το βιβλίο στο ένα χέρι και το τηλεκοντρόλ στο άλλο ψάχνοντας να βρω τι άλλαξε και τι έμεινε ίδιο. Οπότε με βάση όσα θυμάμαι, θα πω βλέποντας τη σειρά πέρασα καλά.  Έχω δύο πολύ μεγάλες ενστάσεις αλλά πέρασα καλά στο σύνολο. Δεν με ενθουσίασε, δεν με έκανε να παραμιλάω, αλλά με κράτησε. Επιεικώς ένα επταράκι το παίρνει. Επιεικώς.

Η Scarpetta του Prime Video αναπτύσσεται σε οκτώ επεισόδια και δύο χρονικές περιόδους. Στο παρόν, η Kay Scarpetta επιστρέφει στη Βιρτζίνια και στη θέση της επικεφαλής ιατροδικαστή, όταν μια δολοφονία φαίνεται να συνδέεται με κάποιον τρόπο με μια υπόθεση που είχε χειριστεί η ίδια, τρεις δεκαετίες νωρίτερα. Έτσι, πηγαινοερχόμαστε ανάμεσα στο παρόν και στο 1998, με διαφορετικούς ηθοποιούς να υποδύονται τους βασικούς χαρακτήρες στις νεότερες εκδοχές τους.

Υπάρχουν αλλαγές σε σχέση με τα βιβλία; Φυσικά. Υπάρχουν υπερβολές; Εννοείται. Με ενόχλησαν; Όχι ιδιαίτερα.

Δεν περιμένω από μια τηλεοπτική μεταφορά να λειτουργήσει όπως ένα βιβλίο. Άλλο μέσο, άλλοι κανόνες. Η τηλεόραση θέλει ρυθμό, ένταση, ανατροπές και λίγο παραπάνω εντυπωσιασμό. Ειδικά σήμερα, που κάθε σειρά ανταγωνίζεται άλλες διακόσιες. Και ως προς αυτό, η Scarpetta έκανε καλά τη δουλειά της.

Υπήρχαν επεισόδια που όταν τελείωναν, πήγαινα κατευθείαν στο επόμενο. Υπήρχαν όμως και στιγμές που ήθελα να κλείσω το λάπτοπ εκνευρισμένη. Κι ο λόγος; Το casting.

Βαθμολογία για τη διανομή των ρόλων; Πέντε στα δέκα. Άνετα.

Θεωρώ τη Nicole Kidman πάρα μα πάρα πολύ κακή επιλογή για τον ρόλο της Kay Scarpetta. Πάλι επιεικώς μιλώντας. Και να ξεκαθαρίσω κάτι: δεν θεωρώ τη Nicole Kidman κακή ηθοποιό. Κάθε άλλο. Στο Nine Perfect Strangers, για παράδειγμα, ήταν εξαιρετική. Εκεί αυτό το απόμακρο, σχεδόν απόκοσμο, αγέλαστο και αγέρωχο ύφος της ταίριαζε γάντι στον χαρακτήρα.

Μόνο που εδώ δεν έχουμε τέτοιου είδους χαρακτήρα. Η Scarpetta είναι δυναμική, πεισματάρα, αυστηρή, έντονη, παθιασμένη με τη δουλειά της. Ελέγχει τα συναισθήματά της, ναι. Δεν σημαίνει ότι δεν τα έχει. Είναι επίσης κατά το ήμισυ Ιταλίδα και το οικογενειακό και πολιτισμικό της υπόβαθρο δεν είναι μια πληροφορία πεταμένη κάπου στο βιογραφικό της. Είναι μέρος της.

Περίμενα λοιπόν περισσότερο νεύρο. Περισσότερη ζωντάνια. Η Kidman, αντίθετα, μου φάνηκε οριακά παγωμένη.

Και ναι, θα αναφερθώ και στο πρόσωπό της. Όχι για να σχολιάσω τις αισθητικές παρεμβάσεις που έχει επιλέξει να κάνει. Δικό της πρόσωπο, δικό της σώμα, δικό της, αναφαίρετο δικαίωμα. Από τη στιγμή όμως που μιλάμε για υποκριτική, μπορώ να κρίνω αυτό που βλέπω στην οθόνη. Και η περιορισμένη εκφραστικότητα του προσώπου της με δυσκόλεψε ακόμα περισσότερο να αναγνωρίσω πάνω της την Kay Scarpetta που είχα στο μυαλό μου.

Αντιθέτως, η Rosy McEwen, που υποδύεται τη νεότερη Kay στα flashbacks, μου άρεσε πολύ περισσότερο. Ούτε εκεί θα φώναζα «ΝΑΙ, ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ!», αλλά τουλάχιστον είδα περισσότερη ένταση, περισσότερο νεύρο και μια προσωπικότητα πιο κοντά σε εκείνη που περίμενα.

Και μετά έχουμε τον Benton Wesley. Ο Simon Baker δεν είναι κακός. Υπάρχουν μάλιστα στιγμές που θεωρώ ότι ο ρόλος τού πηγαίνει πολύ. Το πρόβλημά μου αρχίζει όταν πρέπει να πιστέψω ότι αυτός ο άνθρωπος είναι ο σύζυγος της Scarpetta της Nicole Kidman.

Ε, βρε παιδιά, δεν το πίστεψα ούτε λεπτό.

Χημεία μηδέν. Ερωτική ένταση μηδέν. Οικειότητα μηδέν. Έβλεπα δύο ηθοποιούς που το σενάριο με είχε ενημερώσει ότι είναι παντρεμένοι και περίμενε από εμένα να το χάψω.

Ε δεν το έχαψα. Συγγνώμη.

Υπάρχει δε και μια σκηνή όπου ο Benton ανακρίνει τον “κακό”, όπου πραγματικά αναρωτήθηκα ποιος αποφάσισε ότι αυτό το baby face μπορεί να με τρομοκρατήσει ως σκληρός και αδυσώπητος ανακριτής.

Sorry, Simon. Προσπάθησα αλλά δεν…

Ο Hunter Parrish, ως νεότερος Benton, επίσης δεν είναι ακριβώς αυτό που θα επέλεγα για τον χαρακτήρα. Ως ζευγάρι όμως με τη Rosy McEwen λειτουργούν σαφώς καλύτερα. Τουλάχιστον εκεί ένιωσα ότι ανάμεσα στους δύο ανθρώπους υπάρχει κάτι περισσότερο από δέκα ατάκες σεναρίου.

Η Jamie Lee Curtis, από την άλλη, ως Dorothy Farinelli ήταν ίσως η επιλογή που απόλαυσα περισσότερο από το σημερινό cast. Έχει προσωπικότητα, ένταση, νεύρο, παρουσία. Μου άρεσε ως αδελφή της Kay, ως μητέρα της Lucy, αλλά και στη σχέση της με τον Pete Marino.

Εδώ όμως προέκυψε άλλο πρόβλημα.

Τη νεότερη Dorothy υποδύεται η Amanda Righetti. Δυσκολεύτηκα πολύ να ενώσω τις δύο γυναίκες σε έναν χαρακτήρα. Ναι, έχουν περάσει σχεδόν τριάντα χρόνια. Ναι, ένας άνθρωπος αλλάζει. Και ναι, όσα έχουν συμβεί στο μεταξύ μπορούν να τον αλλάξουν ακόμα περισσότερο. Αλλά εδώ δεν μιλάμε απλώς για εξέλιξη. Σε αρκετές στιγμές ένιωθα ότι έβλεπα δύο διαφορετικούς χαρακτήρες. Και δεν ξέρω αν η Curtis το τράβηξε περισσότερο απ’ όσο έπρεπε ή αν αυτή ακριβώς ήταν η σκηνοθετική οδηγία.

Και φτάνουμε στον Pete Marino.

Επιτέλους!

Ο Bobby Cannavale ήταν εξαιρετικός. Από τις καλύτερες επιλογές ολόκληρης της σειράς και ένας Marino που πίστεψα από την πρώτη στιγμή. Εξαιρετικός όμως ήταν και ο Jake Cannavale, ο οποίος, παρεμπιπτόντως, είναι γιος του Bobby, ως νεότερος Pete.

Και δεν είναι μόνο ότι μοιάζουν. Είναι ότι οι δύο Marino μοιάζουν να είναι πράγματι ο ίδιος άνθρωπος με τριάντα χρόνια διαφορά. Υπάρχει συνέχεια στις κινήσεις, στην ενέργεια, στον τρόπο που καταλαμβάνουν τον χώρο. Κοιτάζοντας τον νεότερο Pete μπορούσα να πιστέψω ότι, ναι, αυτός ο τύπος σε τριάντα χρόνια θα γίνει ο Marino που βλέπω απέναντί μου.

Και κάπως έτσι συνειδητοποίησα ακόμα περισσότερο τι μου έλειπε από αρκετά από τα υπόλοιπα ζευγάρια ηθοποιών.

Η Lucy επίσης μου άρεσε και στις δύο ηλικίες της, με την Ariana DeBose να αναλαμβάνει τη σημερινή εκδοχή. Δεν έχω κάποια σοβαρή ένσταση εδώ και, δεδομένου ότι έχω ήδη γκρινιάξει αρκετά για το casting, ας αφήσω επιτέλους και κανέναν άνθρωπο ήσυχο.

Γιατί πέρα από τη διανομή των ρόλων που ήταν παταγώδης αποτυχία, η Scarpetta έχει αρκετά πράγματα που τα κάνει πολύ καλά.

Πρώτα απ’ όλα, την ατμόσφαιρα.

Η σειρά είναι σκοτεινή και το χαίρεται. Και εμείς μαζί! Χαμηλός φωτισμός, σκιές, σκοτεινά δωμάτια, λίγες πηγές φωτός. Σε αρκετές σκηνές η φωτογραφία δημιουργεί ένταση από μόνη της.

Μου άρεσε επίσης πολύ η μουσική. Συνοδεύει την ιστορία χωρίς να γίνεται φορτική και, κυρίως, χωρίς να προσπαθεί κάθε τρία λεπτά να εκβιάσει το συναίσθημα.

Όσο για τις σκληρές σκηνές, περίμενα ίσως περισσότερες. Η σειρά δεν είναι ιδιαίτερα αιματηρή στο σύνολό της ούτε προσπαθεί συνεχώς να σοκάρει.

Όταν όμως μπαίνουμε στο νεκροτομείο, αλλάζουν τα πράγματα. Το πτώμα βρίσκεται γυμνό πάνω στο τραπέζι και η κάμερα δεν στρέφεται διακριτικά προς τον απέναντι τοίχο. Τα σώματα εξετάζονται, οι νεκροτομές φαίνονται και ορισμένες εικόνες είναι αρκετά ωμές.

Προσωπικά δεν με ενόχλησε καθόλου. Η γυναίκα είναι ιατροδικαστής. Αν κάποιος περιμένει να βλέπει μόνο το κεφάλι του νεκρού να εξέχει ευπρεπώς από ένα κατάλευκο σεντονάκι, μάλλον πάτησε λάθος σειρά.

Η σκηνοθεσία συνολικά ήταν συμπαθητική. Ο David Gordon Green σκηνοθετεί τα περισσότερα επεισόδια, ενώ συμμετέχουν επίσης η Charlotte Brändström και η Ellen Kuras. Υπήρχαν και κάποιες αφηγηματικές επιλογές που βρήκα πραγματικά έξυπνες. Τόσο έξυπνες, που κάποιες τις σημείωσα για τις δικές μου συγγραφικές απόπειρες.

Γιατί μπορεί άλλο πράγμα να είναι η λογοτεχνία και άλλο η τηλεόραση, αλλά στο τέλος της ημέρας αφήγηση κάνουμε. Πότε δίνεις μια πληροφορία, πότε την κρύβεις, πότε αφήνεις τον θεατή να ξέρει περισσότερα από τον ήρωα και πότε τον κρατάς στο ίδιο σκοτάδι μαζί του. Κι εδώ υπήρχαν μερικά πολύ ωραία μαθήματα.

Και μετά ήρθε το τέλος.

Εντάξει. Εδώ εκνευρίστηκα.

Περίμενα cliffhanger εννοείται. Με τη δεύτερη σεζόν να έχει ήδη επιβεβαιωθεί, ήταν σχεδόν δεδομένο ότι κάτι θα έμενε ανοιχτό. Αυτό όμως δεν ξέρω αν θέλω να το πω cliffhanger. Βασικά υπάρχει μια λέξη να το χαρακτηρίσω αλλά πολύ φοβάμαι ότι θα με κόψει το ΕΣΡ. 

Οκ, κύριοι συντελεστές, το έπιασα το νόημα. Θέλετε να περιμένω τη δεύτερη σεζόν. Θα την περιμένω. Όμως μάθετε ετούτο: Άλλο αφήνω εκκρεμότητα κι άλλο κόβω τη σκηνή όπου με βολεύει και φεύγω.

Ευτυχώς, που η δεύτερη σεζόν έχει ήδη ανακοινωθεί, διότι αν τελείωνε έτσι, ειλικρινά, θα έβαζα φωτιά στο λάπτοπ. Και εννοείται ότι θα δω τη δεύτερη σεζόν ή έστω το πρώτο επεισόδιο της δεύτερης σεζόν, για να μου λυθεί η απορία, τι στο καλό συνέβη.

Over and out.


Η Γιώτα Βασιλείου είναι συγγραφέας και φανατική αναγνώστρια . Από τις εκδόσεις Κύφαντα κυκλοφορούν τα βιβλία της  "Ο Θεριστής τη νύχτα” και “Παράλληλοι Κύκλοι”

Οι φωτογραφίες είναι από το imdb

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *