Γράφει η Τέσυ Παπαθανασίου
Καλεσμένος στο 1ο Διεθνές Φεστιβάλ της Αθήνας, ο βραβευμένος Ιρλανδός συγγραφέας Paul Lynch, καταιγιστικός ομιλητής, μας καθήλωσε με την απλότητα και την αλήθεια του. Εκείνος ξεχνούσε να σταματήσει να μιλάει κι εμείς δεν χορταίναμε να ακούμε…
Σας μεταφέρω εδώ όσα το χέρι μου πρόλαβε τρέχοντας να σημειώσει.
Για τη συγγραφή, τα βιβλία του και τη χώρα του, είπε:
Το καθήκον μου ειναι στις προτάσεις μου και όχι στη χώρα μου. Μέσα στη χώρα νιώθω συγγραφέας, έξω νιώθω Ιρλανδός.
Κοινωνία, οικογένεια είναι θέματα εντοπιότητας.
Τα τελευταία 10 χρόνια υπάρχει έκρηξη της ιρλανδικής λογοτεχνίας. Ίσως επειδή υπάρχει μια κοινωνική επανάσταση τα τελευταία 20 χρόνια, ενώ πριν ζούσαν θεοκρατικά. Αυτό έγινε γρήγορα κι είχε ως συνέπεια μια κρίση ταυτότητας. Οι συγγραφείς προσπαθούν να απαντήσουν στο ερώτημα ποιοι είμαστε.
Λογοτεχνικά οι Ιρλανδοί δεν έχουν συγκεκριμένο κίνημα, όπως οι νοτιοαμερικάνοι τον μαγικό ρεαλισμό. Η πολιτεία όμως στηρίζει τους συγγραφείς έμπρακτα. Δώστε στους συγγραφείς λεφτά και θα ανθίζουν, συμπλήρωσε γελώντας.
Η μυθοπλασία είναι χτισμένη για να ψάχνει το νόημα. Ο Φόσε δημιουργεί τον πνευματικό ρεαλισμό (spiritual realism). Θαυμάζει τη Μελτσόρ και τον δαιμονικό τρόπο που γράφει.
Για το βιβλίο «Πέρα από τη θάλασσα», έπρεπε να απαρνηθεί την ιρλανδικότητά του. Ήθελε επίσης να μετακινηθεί στο παρόν. Να μπει στον πυρήνα της ανθρωπότητας, τι σημαίνει να είσαι ζωντανός. Είναι ένα ανθρωπολογικό πείραμα. Ρωτάει, τι είναι να ζεις μόνο με την πίστη και την ελπίδα, χωρίς καμία κοινωνική συνθήκη. Να ξεχάσεις όσα έζησες κι έμαθες, όταν υπάρχει η απόλυτη σιωπή του κόσμου.
Το τρίτο του μυθιστόρημα, το Γκρέις, είναι για το εθνικό τραύμα. Ήξερε ότι είχε γράψει κάτι φοβερό αλλά δεν ήθελε κανείς εκδότης στην Αγγλία να το πάρει. Το τελευταίο του μυθιστόρημα, «Το τραγούδι του προφήτη», του έδωσε το εισιτήριο. Μετά, το Γκρέις προχώρησε και βραβεύτηκε.
Σε απάντηση ερώτησης από το κοινό για το πως θα ενθάρρυνε τους Έλληνες νέους συγγραφείς οι οποίοι δεν έχουν στήριξη παρά μόνο από τον εαυτό τους, απάντησε πως: «Η συγγραφή είναι ανάγκη, είναι αυθεντικότητα. Η αλήθεια πάντα θα βγει. Οι συγγραφείς δημιουργούν τη δική τους αγορά. Ο Λάζλο Κρασναχορκάι όχι μόνο δεν είχε στήριξη, αλλά κινδύνευε κιόλας οταν έγραφε».

Για την κοινωνία και τη λογοτεχνία, είπε:
Η πίστη λείπει από τη ζωή μας, η αξιοπρέπεια της ανθρώπινης ύπαρξης, η αλήθεια ότι υποφέρουμε, ζούμε και δεν ξέρουμε τίποτα. Ο μεταμοντερνισμός βοηθάει. Η λογοτεχνία πρέπει να επαναπροσαρμοστεί σε αυτή την κατεύθυνση.
Όσο η θρησκεία έφθανε στον 20ο αιώνα, η λογοτεχνία αναλάμβανε τη θέση της για να διατηρεί την πίστη και να μη χαθεί το νόημα της ζωής. Ντοστογιέφσκι, Κόνραντ, κάνουν τέτοιους διαλόγους με τη ζωή, για το νόημα της. Έρχεται ο Μπέκετ και λέει δεν υπάρχει τίποτα πέρα από το τώρα, αυτό που ζούμε τη στιγμή. Και το μόνο που μας μένει είναι να γελάμε με αυτό.
Η λογοτεχνία που μένει διαχρονικά δεν είναι αυτή που παραπονιέται αλλά αυτή που θλίβεται.
Ο πολιτισμός ορίζεται με την έννοια της αποκλειστικότητας. Διαφοροποιούμαστε από άλλους. Όλοι υποφέρουν, και σαν κοινωνία θέλουμε να περιορίσουμε τα βάσανα. Όμως απομακρυνόμαστε από αυτό. Κρίνουμε τους πάντες και δεν έχουμε ενσυναίσθηση. Δεν κατανοούμε τους άλλους επειδή κατακλυζόμαστε από τα δικά μας δεδομένα.
Η τεχνολογία διαβρώνει, κι αυτή, την ενσυναίσθηση. Πρέπει να σκεφτόμαστε την πολυπλοκότητα των αλλων. Η μυθοπλασία το κάνει αυτό. Όλοι μας κινούμαστε στο άγνωστο που ειναι χαώδες. Καλούμαστε να πάρουμε αποφάσεις ενώ η πολυπλοκότητα είναι αβάσταχτη. Το μυαλό συνδέεται ώστε να απλοποιεί, με υποκειμενικά συναισθήματα, με πίστη μόνο στις δικές μας θεωρίες και αδιαφορία για τα υπόλοιπα.
Δεν υπάρχει αντικειμενική αλήθεια αλλά μπορούμε να την πλησιάσουμε βήμα βήμα. Η υποκειμενικότητα μας οδηγεί σε επικίνδυνα μονοπάτια, σε πρωτόγονες καταστάσεις. Αν μπεις στο συναίσθημα της στιγμής δεν μπορεί να σκέφτεσαι την πολυπλοκότητα. Η συμπόνοια μας εμποδίζει να έχουμε ενσυναίσθηση.
Δεν σκεφτόμαστε πια το νόημα της ζωης δεν κάνουμε διάλογο με τον εαυτό μας, απαξιώνουμε τα πάντα, πολιτική, θρησκεία κλπ. Δέκα λεπτά σκρολάρισμα στο ίνσταγκραμ δεν θα σε κάνουν ποτέ να νιώσεις καλύτερα.
Για τον ίδιο, είπε:
Είμαι άχρηστος αν δεν γράφω, δεν ξέρω τίποτα άλλο να κάνω. Θα ήμουν χαμένος χωρίς αυτό.
Ο δήμαρχος του Κάστερμπριτζ του Χάρντι, μου άλλαξε τη ζωη. Ενώ στην αρχή μου φαινόταν παλιομοδίτικο, η τραγική μάτια στη ζωή που τίποτα δεν αλλάζει, το κενό, η φαντασία και η ανάγκη για νόημα, μου άλλαξαν τον τρόπο σκέψης. Όπως και ο Πέδρο Πάραμο του Ρούλφο, καθώς και οι ΜακΚάρθυ, Τζόις και αρκετοί ακόμα.
Αντλώ έμπνευση από τον διαλογισμό. Το κάνω 20 χρόνια και το εξελίσσω συνέχεια με online πρακτικές. Μου ήρθε σαν νερό στον διψασμένο. Ακολουθώ μια πρακτική που αδειάζει το μυαλό μου και το παρακολουθώ απαθής, σταθερός, χωρίς αντίδραση. Σκέψεις έρχονται και φεύγουν. Απενεργοποιώ τον εστιασμό της προσοχής. Στην καθημερινότητα, συνέχεια πρέπει να κάνουμε κάτι και είμαστε σε εγρήγορση, οπότε πρέπει να βγούμε από λειτουργία για λίγο, να ησυχάσουμε. Το τηλέφωνο πάνω μας είναι περισπασμός, μας απορρυθμίζει διαρκώς, αλλάζει τον τρόπο που δουλεύει το μυαλό μας. Αποξενωνόμαστε από τους εαυτούς μας και είναι μεγάλο πνευματικό πρόβλημα.
Υπήρξαν στιγμές που αισθάνθηκα φοβερά μόνος, και που έφτασα βαθιά στην άβυσσο. Το δεύτερο βιβλίο μου είναι σκοτεινό, σαν τραγωδία. Ήμουν πιο έξω, μακριά από τους υπόλοιπους ανθρώπους. Ο διαλογισμός με κράτησε. Συνδέθηκα ξανά με δύναμη με τους υπόλοιπους. Η ζωή μου, τα παιδιά μου, με κράτησαν. Ένα φίλος μου είπε: «Πωλ ό,τι έχουμε και δεν έχουμε είναι οι άνθρωποι. Μόνο αυτοί υπάρχουν».
Τα βιβλία του Paul Lynch κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Gutenberg σε μετάφραση Μαρία Αγγελίδου & Άγγελου Αγγελίδη
Photo by Matthias Wagner on Unsplash
photo credit: https://thebookerprizes.com/the-booker-library/authors/paul-lynch
Η Τέση Παπαθανασίου είναι συγγραφέας και το τελευταίο της βιβλίο με τίτλο «Υποξία» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Νίκας

