Προδημοσίευση: «Η θυσία της άνοιξης»

Το νέο βιβλίο του Anders de la Motte έρχεται αρχές Ιουλίου από τις εκδόσεις Κέδρος

Η τετραλογία των εποχών του Anders de la Motte κλείνει τον κύκλο της με τη “Θυσία της άνοιξης” και όσοι ξεχώρισαν την πένα του συγγραφέα από τα τρία προηγούμενα βιβλία του, ανυπομονούν για τον νέο μυθιστόρημα.

Τη Βαλπουργία Νύχτα του 1986, κατά τη διάρκεια της παραδοσιακής παγανιστικής τελετής για τον ερχομό της άνοιξης, μια δεκαεξάχρονη βρίσκεται δολοφονημένη στο δάσος κοντά στο παλάτι Μπούκελουντ στη νότια Σουηδία. Ο ετεροθαλής αδελφός της καταδικάζεται ως ένοχος και η οικογένειά τους εξαφανίζεται χωρίς να αφήσει ίχνη.

Την άνοιξη του 2019 η γιατρός Τέα Λιντ προσλαμβάνεται στο ιατρείο της περιοχής. Σε μια βόλτα της στο δάσος, ανακαλύπτει, μέσα στον κορμό ενός δέντρου, μία φωτογραφία από την τραγική τελετή του 1986 και αρχίζει να κάνει ερωτήσεις στις οποίες κανένας δεν είναι πρόθυμος να απαντήσει. Όμως η υπόθεση έχει κοινά στοιχεία με το δικό της οδυνηρό παρελθόν και η Τέα επιμένει στην αναζήτηση της αλήθειας με κάθε κόστος.

Το Comfort- Zone εξασφάλισε την προδημοσίευση του προλόγου του βιβλίου.

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

19 Μαΐου 1986

Μόλις ο Λίλε-Στέφαν είχε αρχίσει να οδηγεί μέσα στη βαλτώδη περιοχή, η σκέψη του ξαναγύρισε στο νεκρό κορίτσι. Ήταν αδύνατο να μην το κάνει. Οι ψίθυροι που είχαν ακουστεί ήδη από το πρωί της πρώτης Μαΐου είχαν προλάβει να κάνουν αρκετούς γύρους στην περιοχή. Είχαν γεμίσει το μυαλό του με φριχτές εικόνες από τις οποίες δεν μπορούσε να ξεφύγει.

Το άψυχο σώμα της, πάνω στη μεγάλη επίπεδη πέτρα της θυσίας στη μέση του Kύκλου των Κριτών. Λευκό φόρεμα, λυτά μαλλιά. Τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος, δύο κέρατα ελαφιών ανάμεσα στα άκαμπτα δάχτυλα. Εκείνο το κάποτε τόσο όμορφο πρόσωπο, καλυμμένο με ένα αιματοβαμμένο μαντίλι. Λες και εκείνος που είχε πάρει τη ζωή της δεν ήθελε να την κοιτάξει στα μάτια.

Οι περισσότεροι κάτοικοι του Τούρναμπι ήταν ήδη απόλυτα σίγουροι για το ποιος την είχε δολοφονήσει, πίστευαν πως όλο αυτό ήταν μία τρομακτική πλην όμως απλή ιστορία.

Μία οικογενειακή τραγωδία. Ωστόσο υπήρχαν κι εκείνοι που ψιθύριζαν ότι στην πραγματικότητα ήταν κάτι άλλο εκείνο που είχε συμβεί τη Βαλπουργία Νύχτα στις 30 Απριλίου. Ότι μπορεί να ήταν ο ίδιος ο Μπλαντμάνεν που πήρε το ανοιξιάτικο θύμα του. Παρότι είχε περάσει πολύς καιρός από τότε που πίστευε σε ιστορίες φαντασμάτων, ο Λίλε-Στέφαν ανατρίχιασε. Ο χωματόδρομος που ακολουθούσε περνούσε μέσα από το δάσος με το βαλτώδες έδαφος. Η άγρια βλάστηση έξυνε το αυτοκίνητο με τα μακριά πράσινα δάχτυλά της. Από όλα τα είδη εδαφών, απεχθανόταν περισσότερο τους βάλτους. Την υγρασία, την οσμή μούχλας. Το υγρό, κατά τόπους, έδαφος που τη μια στιγμή ήταν σταθερό και την άλλη ρουφούσε τις μπότες βαθιά μέσα στη λάσπη, από όπου κι ένας ενήλικος άντρας θα δυσκολευόταν να ελευθερωθεί μόνος του.

Ο βάλτος είναι τόπος του

Μπλαντμάνεν, συνήθιζε να λέει ο παππούς του. Καλύτερα να τον αποφεύγουν οι άνθρωποι. Ο προληπτικός γκρινιάρης γέρος είχε δίκιο τουλάχιστον κατά το ήμισυ. Ο χωματόδρομος που ακολουθούσε ο Λίλε-Στέφαν οδηγούσε βαθιά μέσα στο δάσος, στο Σβαρτγκόρντεν, το αγρόκτημα όπου έμενε το νεκρό κορίτσι. Μόλις πριν από έναν μήνα την είχε πάρει μαζί του ως τη στάση του λεωφορείου. Εκείνη είχε καθίσει ακριβώς δίπλα του μέσα στο αγροτικό pickup, στο μπροστινό κάθισμα. Δεν είχε πει πολλά, φαινόταν βυθισμένη στις σκέψεις της. Εκείνος την είχε παρατηρήσει στα κρυφά, είχε παρακολουθήσει τις κινήσεις της, το πρόσωπό της. Και από το πουθενά τον είχε κατακλύσει ένα συναίσθημα που δεν μπορούσε να εξηγήσει.

Ήταν παντρεμένος, είχε δύο κόρες, σπίτι, αυτοκίνητο και καλή δουλειά, πράγματα που συνήθως εκτιμούσε. Ωστόσο, εκείνη τη στιγμή που καθόταν δίπλα στο κορίτσι, ένιωθε ότι όλα αυτά τον καταπίεζαν. Η ζωή του ήταν ήδη οριοθετημένη. Ένα μακρύ, προβλέψιμο ταξίδι χωρίς ίχνος από κάτι δελεαστικό, ή απαγορευμένο, που να ακτινοβολεί και να ευωδιάζει.

Γλυκόπικρο, όπως οι ανθισμένες πασχαλιές. Μια μυρωδιά που να προκαλεί επιθυμία. Πόθο.

Κάποια στιγμή που εκείνη κοίταζε αλλού, ήταν έτοιμος να απλώσει το χέρι του και να την αγγίξει. Λες και μία ελαφρά επαφή μπορούσε να του μεταδώσει όλα αυτά που είχε στερηθεί. Την τελευταία στιγμή το απέφυγε, αλλά το αίσθημα της ματαίωσης είχε διαρκέσει αρκετές ημέρες. Ο χωματόδρομος χειροτέρευε όσο πιο βαθιά έμπαινε στο δάσος και εκείνος έκανε ό,τι μπορούσε για να παρακάμπτει τις βαθύτερες λακκούβες. Ο Λάσε Σβαρτ υποτίθεται ότι θα φρόντιζε τον δρόμο, ήταν όρος στο μισθωτήριο, αλλά φυσικά δεν το τηρούσε. Ο Λάσε, επί σειρά ετών, είχε βασιστεί στο ότι ο κόμης δεν θα έβρισκε άλλον ενοικιαστή, ότι κανένας δεν θα ενδιαφερόταν για μερικές δεκάδες βαλτώδη στρέμματα μέσα στο δάσος, και γι’ αυτό έκανε σχεδόν ό,τι ήθελε εκεί έξω στο αγρόκτημα Σβαρτγκόρντεν. Ένα μικρό βασίλειο μακριά από νόμους, κανόνες και αδιάκριτα βλέμματα.

Ωστόσο αυτό γινόταν πριν από εκείνη τη Βαλπουργία Νύχτα. Πριν η δεκαεξάχρονη κόρη του Λάσε βρεθεί δολοφονημένη πάνω στη μεγάλη πέτρα της θυσίας, με το έδαφος τριγύρω γεμάτο ίχνη από οπλές.

Ο Λίλε-Στέφαν απέφυγε μία ακόμη ανατριχίλα.

Ο δρόμος κατέληγε σε ένα ξέφωτο κι εκείνος μπήκε στο λασπωμένο προαύλιο του Σβαρτγκόρντεν. Τρία κτίσματα σε κακή κατάσταση βρίσκονταν στο σκοτάδι, κάτω από τα δέντρα, σχεδόν σαν να προσπαθούσαν να κρυφτούν. Ανάμεσα στις τσουκνίδες υπήρχαν σκουριασμένα αγροτικά εργαλεία.

Είχε βρεθεί εκεί αρκετές φορές στο παρελθόν, συχνά παρέα με τον διαχειριστή του παλατιού Έρικ Νίμπεργ και, κάθε φορά, τους υποδέχονταν ένα κοπάδι γκρινιάρικα τεριέ πριν προλάβουν να σβήσουν τη μηχανή. Εκείνη τη φορά όμως δεν φάνηκαν καθόλου σκυλιά. Τα πάντα ήταν σιωπηλά κι ακίνητα.

Ούτε καν τα πουλιά δεν ακούγονταν παρότι ήταν ένα ανοιξιάτικο πρωινό. Αντ’ αυτού επικρατούσε μια καταπιεστική σιωπή στο αγρόκτημα.

Ο Λίλε-Στέφαν στάθηκε δίπλα στο αυτοκίνητο κάνα λεπτό και έβαλε μια πρέζα ταμπάκο στο στόμα του. Περίμενε ότι ο Λάσε, ή καμιά από τις γυναίκες του, θα έβγαζε το κεφάλι από το παράθυρο και θα τον ρωτούσε τι σκατά ήθελε εκεί πέρα.

Όλα όμως ήταν σκοτεινά και σιωπηλά. Έλειπε το κόκκινο αγροτικό pickup του Λάσε, δεν ήταν ούτε στο προαύλιο ούτε μπροστά στην ξύλινη πόρτα της αποθήκης. Ούτε και το παλιό σαραβαλιασμένο Ford, που συνήθιζαν να οδηγούν οι γυναίκες, ήταν εκεί. Κοίταξε το ρολόι του. Επτά και μισή το πρωί. Ποιος όμως έβγαινε έξω από τόσο νωρίς;

Με την άκρη του ματιού του αντιλήφθηκε μια κίνηση. Ένας μικρός σκύλος, δίπλα στην άκρη του σιδεράδικου. Ένας μικρός σκύλος, λίγο μεγαλύτερος από κουτάβι.

«Έλα δω», είπε ο Λίλε-Στέφαν χωρίς να ξέρει γιατί.

Ο σκύλος έκανε μερικά προσεκτικά βήματα. Είχε το κεφάλι και το σώμα του κοντά στο έδαφος, την ουρά του, φοβισμένος, ανάμεσα στα σκέλια του. Ξαφνικά σταμάτησε απότομα σαν να είχε ακούσει κάτι.

Ο Λίλε-Στέφαν έστρεψε το κεφάλι του, αλλά το κυρίως σπίτι ήταν ακόμα σκοτεινό και σιωπηλό. Όταν στράφηκε πάλι προς τον σκύλο, αυτός είχε εξαφανιστεί. Ανεβαίνοντας την τσιμεντένια σκάλα προς το σπίτι, είδε ότι η εξώπορτα ήταν μισάνοιχτη. Στάθηκε στο σκαλοπάτι χωρίς να ξέρει τι ακριβώς να κάνει. Στον τοίχο δίπλα από την πόρτα ήταν κρεμασμένη μια φιγούρα, με ύψος μισό μέτρο, φτιαγμένη από πλεγμένα πράσινα κλαδιά. Ο παππούς έφτιαχνε μια τέτοια κάθε χρόνο και την κρεμούσε στην εξώπορτα.

Για να συνεχίσει ο Μπλαντμάνεν τον δρόμο του. Να μη σταματήσει στο σπίτι μας.

«Καλημέρα! Είναι κανείς εδώ;»

Οι λέξεις του αντήχησαν στους τοίχους των σπιτιών και επέστρεψαν σαν παραμορφωμένη ηχώ. Σαν να ήταν η φωνή κάποιου άλλου. Κάποιου που τον παρατηρούσε μέσα από το σκοτάδι και το πράσινο. Ήταν σαν να τον μιμούνταν, σαν να τον περιγελούσε.

Ο Λίλε-Στέφαν έριξε μια λοξή ματιά στην απαίσια φιγούρα στον τοίχο και, προς στιγμήν, ήταν έτοιμος να κατεβεί τα σκαλοπάτια, να μπει στο αυτοκίνητο και να φύγει από κει. Θα έλεγε στον Έρικ Νίμπεργ ότι δεν ήταν κανένας στο σπίτι και ότι η καταραμένη μέτρηση του ρολογιού του νερού μπορούσε να περιμένει. Ωστόσο ήταν ένας ενήλικος άντρας και είχε αναλάβει μια δουλειά που έπρεπε να γίνει· δεν ήταν ένα μικρό αγόρι που φοβόταν τις ιστορίες με τα φαντάσματα.

Χτύπησε στην κάσα της πόρτας.

«Καλημέρα!» φώναξε πάλι. «Είναι κανείς στο σπίτι; Είμαι ο Λίλε-Στέφαν από το παλάτι».

Καμία απάντηση.

Η σιωπή μέσα από το σπίτι αύξησε τη δυσφορία του. Το πουκάμισό του είχε κολλήσει στην πλάτη του. Πήρε μια βαθιά ανάσα. Χτύπησε πάλι, δυνατότερα αυτή τη φορά. Άνοιξε τελείως την πόρτα και μπήκε μέσα στο χολ. Το σπίτι μύριζε παράξενα. Σαν μούχλα, σαν μία μυρωδιά από ζώο που δεν μπορούσε να την προσδιορίσει.

«Παρακαλώ;»

Έβαλε το κεφάλι του μέσα στην κουζίνα. Στο τραπέζι υπήρχαν χρησιμοποιημένα πιάτα, ποτήρια και μαχαιροπίρουνα για τρία άτομα. Μερικές μύγες πετούσαν πάνω από τα υπολείμματα του φαγητού. Πίσω από το τραπέζι υπήρχε μια πεσμένη καρέκλα. Γύρισε. Από το άνοιγμα της πόρτας, στην άλλη πλευρά του χολ, είδε ένα καλοστρωμένο κρεβάτι.

«Καλημέρα!» φώναξε πάλι, αυτή τη φορά προς το επάνω πάτωμα.

Ακόμα καμία απάντηση. Η δυσφορία του ολοένα εντεινόταν, συγκεντρώθηκε και ανέβηκε την απότομη σκάλα. Τα σκαλοπάτια έτριζαν κάτω από τα πόδια του.

Μισοσκόταδο στον επάνω όροφο. Αριστερά ένα υπνοδωμάτιο με ένα διπλό κρεβάτι, το ίδιο καλοστρωμένο όπως και εκείνο στον κάτω όροφο. Η πόρτα δεξιά ήταν κλειστή. Χρειάστηκε μερικά δευτερόλεπτα μέχρι να καταλάβει ότι δεν ήταν καθόλου βαμμένη με ένα μονόχρωμο πράσινο, όπως είχε νομίσει στην αρχή, αλλά καλυμμένη με ένα προσεκτικά βαμμένο φύλλωμα.

Σχεδόν σαν έργο τέχνης.

Δωμάτιο της Ελίτα, είχε γράψει κάποιος με ωραία, καλλιγραφικά γράμματα στο ύψος των ματιών.

Εκεί μέσα έμενε. Εκεί μέσα είχε ζήσει.

Η Ελίτα Σβαρτ. Το θύμα της θυσίας της άνοιξης.

Ο Λίλε-Στέφαν έβαλε το χέρι του στο πόμολο, νόμιζε ότι μπορούσε να ακούσει τους χτύπους της καρδιάς του να αντηχούν σε όλο το σπίτι. Ήταν έτοιμος να κάνει κάτι απαγορευμένο, να μπει μέσα σε έναν κόσμο όπου δεν του επιτρεπόταν η πρόσβαση. Ένας απρόσκλητος επισκέπτης, ένας εισβολέας.

Είδε άλλο ένα μήνυμα στην πόρτα. Μικρές, παραμορφωμένες λέξεις που σχεδόν ενσωματώνονταν στο φύλλωμα και γίνονταν ολοένα και πιο ξεκάθαρες όσο συνήθιζαν τα μάτια του στο μισοσκόταδο.

Η φύση είναι πεινασμένη και ο Μπλαντμάνεν περιφέρεται έφιππος μέσα στα δάση.

Συγχρόνως ανακάλυψε και κάτι άλλο. Κρυμμένο μέσα στο βαμμένο φύλλωμα, υπήρχε ένα μεγάλο τρομακτικό ανδρικό πρόσωπο.

Η συνειδητοποίηση ήταν ξαφνική και πάγωσε το αίμα του.

Δεν ήξερε από πού προήλθε ή γιατί, αλλά το συναίσθημα έκανε τις τρίχες στον σβέρκο του να γρατσουνίσουν τον γιακά του.

Κάτι είχε συμβεί σε εκείνο το σπίτι. Κάτι που έκανε τον Λάσε Σβαρτ και τις γυναίκες του να παρατήσουν στη μέση το φαγητό τους, να τρέξουν έξω στα αυτοκίνητά τους και να φύγουν μέσα στη νύχτα. Κάτι που είχε σχέση με ένα νεκρό δεκαεξάχρονο κορίτσι πάνω σε μια παγωμένη πέτρα, αλλά και με ένα έφιππο φάντασμα που περιφερόταν στο δάσος.

Έβαλε μπρος το αυτοκίνητο και ξεκίνησε αυξάνοντας ταχύτητα. Και δεν κοίταξε πίσω του στον καθρέφτη παρά μόνο όταν ήταν απολύτως σίγουρος ότι το Σβαρτγκόρντεν είχε εξαφανιστεί βαθιά μέσα στο πράσινο.


Το μυθιστόρημα του Anders de la Motte “Η θυσία της άνοιξης” θα κυκλοφορήσει αρχές Ιουλίου από τις εκδόσεις Κέδρος, περισσότερες πληροφορίες ΕΔΩ

Photo by Daiga Ellaby on Unsplash

Photo by Alberto Bigoni on Unsplash

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *